Βιβλίο Μαρίας Σπανού Ιστορώντας τη ρότα του λιμένα του Βόλου: Η διαδρομή του Λιμενικού Ταμείου (1883-2001)

span

e-thessalia.gr 8 Φεβρουαρίου 2026

 

Γράφει ο Βολιώτης γιατρός δρ Αριστείδης Γ. Διαμαντής, ιατρός-κυτταρολόγος,  διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, ιστορικός της Ιατρικής, υποναύαρχος (ΥΙ) ΠΝ (ε.α.)

Υπάρχουν βιβλία που τα διαβάζεις. Υπάρχουν βιβλία που τα μελετάς. Και υπάρχουν βιβλία που τα ζεις. Το βιβλίο της Μαρίας Σπανού «Ιστορώντας τη Ρότα του Λιμένα του Βόλου: Η διαδρομή του Λιμενικού Ταμείου (1883-2001)» ανήκει σε αυτή την τρίτη, σπάνια κατηγορία. Δεν είναι απλώς η ιστορία ενός θεσμού∙ είναι η ιστορία ενός παλμού. Γιατί κάθε λιμάνι έχει ψυχή. Και η ψυχή αυτή χτυπά στον Βόλο εδώ και ενάμιση αιώνα. Η σοφή επιλογή του διευθύνοντα συμβούλου του ΟΛΒ κ. Σωκράτη Αναγνώστου να αναθέσει τη συγγραφή και υλοποίηση της πολυτελούς αυτής έκδοσης στην κυρία Σπανού τον δικαιώνει απόλυτα. Η έκδοση αυτή, προϊόν συστηματικής έρευνας ετών και εμφανούς συλλεκτικού πάθους, κάλυψε όχι μόνο ένα σημαντικό κενό της ελληνικής, αλλά και της διεθνούς βιβλιογραφίας. Μελέτες, σαν κι αυτή, δεν είναι γνωρίσματα κοινού ανθρώπου. Αποτελούν πνευματικά γεννήματα ιδιαίτερα προικισμένων ατόμων, που σέβονται τους αναγνώστες.

Η λέξη «ρότα» σημαίνει την πορεία ενός πλοίου∙ δηλώνει την απόφαση, τον προσανατολισμό, την πορεία μέσα στο άγνωστο. Και η ρότα του λιμανιού του Βόλου είναι ταυτόχρονα η ρότα της ίδιας της πόλης. Ένα ταξίδι στον χρόνο, στην πατρίδα της καρδιάς μας, στις μνήμες που δεν ξεθωριάζουν. Ένα ναυτικό ημερολόγιο μνήμης. Ένα ταξίδι μέσα στον χρόνο.

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε με μία βαθύτερη πρόθεση∙ να αποδώσει στον Βόλο μια ιστορία που έλειπε. Ένα παλίμψηστο χρόνων και γεγονότων που έμενε μέχρι τώρα διάσπαρτο, ανολοκλήρωτο και μισοειπωμένο. Και η συγγραφέας το ολοκλήρωσε. Με προσήλωση, με επιστημονική ακρίβεια, με σεβασμό και με αγάπη!

Υπάρχουν πόλεις που απλώς τις επισκέπτεσαι. Κι υπάρχουν πόλεις που σε συνοδεύουν εφ’ όρου ζωής – πόλεις που δεν κατοικείς μέσα τους, αλλά εκείνες κατοικούν μέσα σε σένα. Για μένα, μια τέτοια πόλη είναι ο Βόλος. Ο Βόλος είναι η πόλη όπου αντίκρισα για πρώτη φορά το φως. Κάθε επιστροφή στον Βόλο, είτε με το σώμα είτε με τη σκέψη, μοιάζει με το άνοιγμα ενός παλιού συρταριού μνήμης.

Κι αυτή η μνήμη έχει όνομα: «Μαρία Σπανού»! Όποιος τη γνωρίζει, ξέρει ότι η σχέση της με τον Βόλο είναι «ερωτική» και η σχέση της με την έρευνα διά βίου. Ιστορική ερευνήτρια και συγγραφέας πολλών έργων, μια γυναίκα που δεν γράφει για να καταγράψει∙ γράφει για να διασώσει. Δεν καταγράφει απλώς το παρελθόν – το ανασταίνει. Πρόεδρος του Λυκείου Ελληνίδων του Βόλου με μακρά θητεία, ερευνήτρια του τοπικού και συλλογικού πολιτισμού, άνθρωπος που τιμά τον τόπο του, άνθρωπος που ακούει τους ψιθύρους των αρχείων. Η ικανότητά της να μετατρέπει, έγγραφα, φωτογραφίες και ψήγματα ιστορίας σε ζωντανή αφήγηση αποτελούν όχι απλώς προσφορά, αλλά αποστολή. Η Μαρία δεν είναι απλώς μια ιστορική ερευνήτρια. Είναι εργάτρια πολιτισμού, φύλακας μνήμης. Και όποιος διασώζει μνήμη, διασώζει ψυχή. Αλλά το σημερινό της έργο… αυτό δεν είναι απλώς ένα βιβλίο∙ είναι η ανέλκυση μιας ολόκληρης πόλης από το αρχείο του χρόνου.

Το βιβλίο αφηγείται τη διαδρομή του Λιμενικού Ταμείου Βόλου από το 1883 έως το 2001, ενός θεσμού που διαμόρφωσε την οικονομική, κοινωνική και γεωπολιτική φυσιογνωμία της πόλης. Η αφήγηση λειτουργεί ταυτόχρονα ως μικρογραφία της νεότερης ελληνικής ιστορίας: Πολιτικές μεταβολές, πόλεμοι, προσφυγιά, δικτατορίες, μεταπολεμική ανασυγκρότηση, εκσυγχρονισμός και ευρωπαϊκή ένταξη αποτυπώνονται μέσα από τον φακό του λιμανιού.

Η συγγραφέας δεν γράφει μόνο το «τι». Γράφει το «γιατί». Δεν περιορίζεται στην απλή καταγραφή γεγονότων. Φωτίζει τις δυσκολίες χρηματοδότησης, τις συγκρούσεις αρμοδιοτήτων, τις διεθνείς επιρροές, τις τομές της νομοθεσίας και τους τοπικούς αγώνες ισορροπίας που συνοδεύουν κάθε μεγάλο έργο. Έτσι, το λιμάνι δεν παρουσιάζεται ως ουδέτερη υποδομή, αλλά ως ζωντανός οργανισμός, όπου η πολιτική, η οικονομία και η καθημερινή ζωή συναντιούνται και συγκρούονται. Από τα πρώτα ξύλινα δοχεία αποθήκευσης σιτηρών ως τα σύγχρονα βιομηχανικά σιλό, από τους εργάτες που φόρτωναν κάρβουνο ως τους ναυτικούς που έβαζαν πλώρη για άλλες πατρίδες, το βιβλίο μιλά με τη φωνή του χρόνου και με την αλμύρα των ανθρώπων της θάλασσας.

Ο Βόλος δεν αναπτύχθηκε τυχαία. Αναπτύχθηκε επειδή διέθετε ένα λιμάνι ικανό να συνδέσει τη Θεσσαλία με το εξωτερικό. Από νωρίς εξελίχθηκε σε εθνικό κόμβο μεταφορών, εμπορίου και πολιτισμικής ανταλλαγής.

Η αφήγηση ξεκινά από τις απαρχές της νέας πόλης, όταν ο Βόλος οικοδομείται «με μέτωπο την προκυμαία», όπως σημείωνε ήδη τον 19ο αιώνα ο υποπρόξενος Δημήτριος Χαριλάου. Η επιλογή αυτή δεν ήταν απλώς πολεοδομική, αλλά βαθιά συμβολική.

Η ίδρυση του Λιμενικού Ταμείου το 1883 σηματοδοτεί την αρχή μιας οργανωμένης αναπτυξιακής προσπάθειας. Τα έργα των πρώτων δεκαετιών μεταβάλλουν την ακτογραμμή, ενισχύουν το εμπόριο και ευνοούν τη βιομηχανική ανάπτυξη. Ακολουθούν όμως και οι μεγάλες δοκιμασίες: Ο Μεσοπόλεμος, οι βομβαρδισμοί του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι σεισμοί και η δύσκολη ανασυγκρότηση. Κάθε εποχή αφήνει τραύματα, αλλά και την υπόσχεση: ότι το λιμάνι θα επιβιώσει.

Η περίοδος 1920-1940, η ανοικοδόμηση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μεταπολεμική βιομηχανική έκρηξη και οι εκσυγχρονισμοί των δεκαετιών που ακολούθησαν δεν καταγράφονται απλώς, αλλά ερμηνεύονται ως κρίσιμες καμπές που όρισαν τη φυσιογνωμία της πόλης.

Κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, ο Βόλος αναδεικνύεται σε μία από τις ισχυρές αστικές και βιομηχανικές δυνάμεις της χώρας. Το λιμάνι εκσυγχρονίζεται και η θάλασσα μετατρέπεται σταδιακά όχι μόνο σε χώρο εργασίας, αλλά και σε χώρο αναψυχής και εξωστρέφειας.

Ας αφήσουμε για λίγο τις ημερομηνίες και τα γεγονότα. Ας φανταστούμε κάτι απλό και ας το κάνουμε εικόνα: Νύχτα στον Παγασητικό. Το νερό μαύρο, σιωπηλό. Στα πλάγια, οι σκιές των φορτηγών πλοίων μοιάζουν με ακίνητα θηρία που κοιμούνται. Και μέσα στη νύχτα αυτή, κάπου σε ένα μικρό γραφείο του Λιμενικού Ταμείου, κάποιος υπάλληλος του 1910 σκύβει πάνω από ένα κατάστιχο και γράφει μια ημερομηνία, μια μέτρηση, ένα όνομα. Δεν ξέρει ότι εκατό χρόνια μετά, η πράξη αυτή θα γίνει κομμάτι ενός βιβλίου. Δεν ξέρει ότι μια ιστορική ερευνήτρια θα αναζητήσει τη γραφή του, θα τη μεταφράσει και θα τη δώσει σε όλους εμάς. Δεν ξέρει ότι το όνομά του δεν χάθηκε. Δεν ξέρει ότι η πόλη θυμάται. Αυτό κάνει η ιστορία όταν γράφεται σωστά: Ανασταίνει ανθρώπους.

Η μακροχρόνια συλλογή ντοκουμέντων που τεκμηριώνουν το πόνημα, σε συνδυασμό με την αριστοτεχνική γραφή, εγγυώνται την αξιοπιστία και τη σοβαρότητά του. Στο θαυμάσιο δημοσίευμα, που μας χάρισε, η συγγραφέας συμπεριέλαβε και φωτογραφικά και εικαστικά ντοκουμέντα, τα οποία είναι αδιαμφισβήτητα, αλληλοσυμπληρούμενα και διαχρονικά. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η χρήση πρωτογενών πηγών. Αρχεία του Οργανισμού Λιμένος Βόλου, δημοσιεύματα του Τύπου, ανέκδοτα έγγραφα του Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών συνθέτουν μια πολυφωνική αφήγηση.

Το πόνημα είναι μια γοητευτική αφήγηση με τα κείμενά του να κινούνται συνεχώς σε μια ρότα ανάμεσα στην ιστορική καταγραφή και την αυστηρή επιστημονική προσέγγιση. Η γραφή πιστοποιεί συγγραφικό ταλέντο, δηλώνει σφαιρική προσέγγιση του αντικειμένου και αντανακλά εργατικότητα, μεθοδικότητα, επιμέλεια, ευρυμάθεια και πνεύμα ανήσυχο, ευθύ και διεισδυτικό. Ο ογκώδης αυτός τόμος αποπνέει άρωμα καλής εποχής, τότε που η συγγραφή δεν αποτελούσε απλή παράθεση τεχνοκρατικών δεδομένων και συρραφή ή αντιγραφή κειμένων, αλλά πόνημα μακράς προσωπικής επιστημονικής ενασχόλησης, σπουδής και εμπειρίας γραφής. Ευχάριστη έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι στις μέρες μας είδε το φως της δημοσιότητας τέτοιο βιβλίο. Το σύγγραμμα, αν και τυποτεχνικά έχει τη μορφή λευκώματος, ουσιαστικά αποτελεί μια άρτια δομημένη μονογραφία, πραγματικά πολύτιμη για τον ειδικό μελετητή αλλά και συνάμα απολαυστική για τον απλό αναγνώστη. Παρά τον μεγάλο του όγκο, δεν απωθεί, αντίθετα ενθαρρύνει και προσκαλεί. Το λεξιλόγιο είναι πλούσιο και οι προτάσεις του είναι βραχείες, εύληπτες και ταυτόχρονα πλήρεις και περιεκτικές. Η δομή των κειμένων επιτρέπει την εύκολη τήρηση σημειώσεων, καθώς και την ανεξάρτητη ή παλίνδρομη μελέτη κατά κεφάλαια ή παραγράφους. Όποιος ενδιαφέρεται για περαιτέρω μελέτη, η πλούσια παρατιθέμενη βιβλιογραφία, καθώς και οι θαυμάσιες επεξηγηματικές υποσημειώσεις επιτρέπουν την προσφυγή σε άλλα συγγράμματα και άρθρα για επιπλέον πληροφορίες.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί ταυτόχρονα πορτρέτο και χρονικό. Δεν πρόκειται απλώς για μια ιστορική μελέτη με χρονολογικές αναφορές, αλλά για ένα πολύπλευρο αφήγημα, το οποίο εξετάζει τη γέννηση, ανάπτυξη, μετεξέλιξη και καθοριστική συμβολή του λιμανιού στη δημιουργία και την πρόοδο της πόλης του Βόλου. Όλα όσα παρατίθενται στο βιβλίο είναι φιλτραρισμένα και σωστά επιλεγμένα ως προς τη χρησιμότητά τους. Είναι ένας ύμνος στον Βόλο και στη σχέση του με τη θάλασσα, ένα επιστημονικό εργαλείο για ερευνητές, ιστορικούς και κοινωνικούς επιστήμονες, μια πλούσια πηγή για όσους θέλουν να κατανοήσουν τον ρόλο των λιμανιών στην εξέλιξη των πόλεων, ένα ταξίδι μνήμης και πολιτισμού που αναδεικνύει τέσσερις αιώνες ζωής, δράσης και αδιάκοπης δημιουργίας.

Το έργο είναι οργανωμένο σε έξι κεφάλαια, που εξετάζουν τη γέννηση της πόλης, την εμπορική της άνθηση, τη θεσμική συγκρότηση του λιμανιού, τις κρίσιμες ιστορικές καμπές του 20ού αιώνα και τη σύγχρονη λειτουργία του. Το πλούσιο φωτογραφικό και εικαστικό υλικό λειτουργεί ως ισότιμο τεκμήριο, ενισχύοντας τη ζωντάνια της αφήγησης.

Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η ιδιαίτερη αρετή της Μαρίας Σπανού. Δεν αντιμετωπίζει την ιστορία ως ψυχρή αλληλουχία γεγονότων ούτε ως άσκηση ακαδημαϊκής αυτάρκειας. Την προσεγγίζει με σεβασμό, επιμονή και βαθιά συνείδηση της ευθύνης που συνεπάγεται η γραφή για έναν τόπο με τόσο έντονη συλλογική μνήμη. Συνδυάζει ιστορική ακρίβεια με αφηγηματική καθαρότητα και κατορθώνει να αποδώσει στο λιμάνι ανθρώπινο βάθος. Πίσω από αποφάσεις και νόμους, αναδύονται πρόσωπα, συγκρούσεις, αγωνίες και οράματα. Το βιβλίο διακρίνεται για τη νηφαλιότητά του, δεν εξιδανικεύει, δεν αποσιωπά, δεν υιοθετεί τοπικιστικές ή νοσταλγικές ευκολίες. Αντίθετα, τολμά να αναδείξει και τις αστοχίες, τις καθυστερήσεις, τις χαμένες ευκαιρίες. Αυτή ακριβώς η ειλικρίνεια είναι που του προσδίδει αξιοπιστία και κύρος. Πρόκειται για μια μελέτη που στέκεται με άνεση τόσο στον επιστημονικό χώρο, όσο και στον δημόσιο λόγο.

Στις τελευταίες σελίδες, η ιστορική αφήγηση αποκτά σχεδόν ποιητικό τόνο. «Βόλος σημαίνει λιμάνι και το αντίστροφο», γράφει η συγγραφέας. Σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται η ουσία του βιβλίου. Το λιμάνι αναδεικνύεται ως τόπος μνήμης, αποχωρισμών και επιστροφών, ως χώρος όπου γράφτηκαν ιστορίες ανθρώπων που δεν καταγράφηκαν ποτέ σε επίσημα αρχεία.

Καθώς διάβαζα το βιβλίο, δεν έβλεπα μόνο μια ιστορική μελέτη. Έβλεπα τη δική μου ζωή να ξεδιπλώνεται παράλληλα: Τον μικρό Βολιώτη στην προκυμαία, τον έφηβο που ονειρευόταν ταξίδια, τον νέο που έφευγε για σπουδές, αλλά πάντα νοσταλγούσε την πατρίδα. Ο Βόλος δεν έπαψε ποτέ να καλεί πίσω τα παιδιά του. Είναι καταγωγή, αφετηρία και ταυτότητα.

Το κρίνω, εκ προοιμίου, έργο ζωής και θεωρώ τιμή που το έχω στα χέρια μου, γιατί μέχρι σήμερα συνεχίζω να το μελετώ, ενώ αργότερα ότι θα κοσμεί τη βιβλιοθήκη μου ως ένα βιβλίο με συλλεκτική αξία.

Τελικά, η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου είναι ότι ξεπερνά το αντικείμενό του. Δεν αφορά μόνο τον λιμένα του Βόλου. Αφορά τη σχέση μιας πόλης με την ιστορία της, τη μνήμη της και τον εαυτό της. Και σε αυτό, η συμβολή της Μαρίας Σπανού είναι ουσιαστική: Μας προσφέρει ένα έργο που δεν διαβάζεται απλώς, αλλά μας καλεί να αναστοχαστούμε τον τόπο μας και τη διαδρομή του μέσα στον χρόνο. Και όπως η ίδια γράφει στο κλείσιμο του βιβλίου της, ας ευχηθούμε όλοι μαζί:

«Είθε να έχει ούριο άνεμο»!

*Το κείμενο αποτελεί περίληψη της προφορικής παρουσίασης του βιβλίου την Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026, στην Αθήνα (κτήριο ΤΜΕΔΕ – Πλατεία Κλαυθμώνος).

Copyright © 2016 Koinonmagniton.com - All Rights Reserved. Designed By www.squaredesignstudio.gr